ΑΠΟ ΤΟ 1972 ΔΙΠΛΑ ΣΤΟΝ ΠΕΛΑΤΗ

Πόσο εξαγοράζεται η καταγγελία συμβολαίου ζωής

Εκτυπώσιμη μορφήSend by email

Άλκηστις Χριστοφίλου, LL.M., L.S.E. Εταίρος IKPR I. K. Ρόκας & Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρία

Ένα θέμα σημαντικό που απασχολεί στην πράξη τους ασφαλιστές, είναι αυτό της καταγγελίας της ασφαλιστικής σύμβασης όταν ο ασφαλιστής δεν θέλει να συνεχίσει την κάλυψη επειδή ο ασφαλισμένος δεν πληρώνει τα ασφάλιστρα.

Για να είναι έγκυρη η καταγγελία εκ μέρους του ασφαλιστή, πρέπει να καλυφθούν συγκεκριμένα ζητήματα που έχουν δημιουργήσει ερωτηματικά, όπως πότε ακριβώς και με ποιες προϋποθέσεις περιέρχεται στον παραλήπτη η καταγγελία, αν πρέπει να λάβει γνώση του περιεχομένου της ή αν αρκεί να την παραλάβει, αν απαιτείται ο ασφαλιστής να καλεί τον λήπτη να εισπράξει το ποσό της εξαγοράς, ή έστω να τον ενημερώνει για το ποσό αυτό, και άλλα.
Ο Άρειος Πάγος με την απόφασή του 1488/2008, ασχολήθηκε με αρκετά από τα πιο πάνω ζητήματα.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ασφαλιστική επιχείρηση κατήγγειλε τη σύμβαση ασφάλισης ζωής όταν ο λήπτης δεν κατέβαλε τη ληξιπρόθεσμη δόση του ασφαλίστρου. Στην περίπτωση αυτή, ο ασφαλιστής πρέπει να καταβάλει την αξία της εξαγοράς του συμβολαίου, όπως προβλέπει ο νόμος 2496/1997 για την ασφαλιστική σύμβαση.

Τα νομικά αποτελέσματα της καταγγελίας της ασφαλιστικής σύμβασης επέρχονται ένα μήνα μετά την κοινοποίησή της, μετά δηλαδή τη στιγμή που το έγγραφο της καταγγελίας περιήλθε στο λήπτη της ασφάλισης.

Δεν χρειάζεται όμως να αποδεικνύεται και ότι ο λήπτης έλαβε και γνώση του περιεχομένου της καταγγελίας. Ούτε και απαιτείται, ο ασφαλιστής να καταβάλει το ποσό της εξαγοράς προκειμένου η καταγγελία να παράγει τα έννομα αποτελέσματά της.
Παραθέτουμε εδώ το κείμενο της απόφασης του Αρείου Πάγου, το οποίο με αρκετή λεπτομέρεια αναφέρεται στα ζητήματα αυτά.
«... Στο αρ. 6 § 1 εδ. α΄ του ν. 2496/1997, το οποίο ισχύει μετά την κατάργηση του αρ. 33 ν.δ. 400/1970 από το αρ. 33 § 3 ν. 2496/1997, ορίζεται ότι ο «λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να καταβάλλει τα ασφάλιστρα σε μετρητά, είτε εφάπαξ, είτε με τμηματικές καταβολές» και στην παράγραφο 2 ότι «Η καθυστέρηση της καταβολής ληξιπρόθεσμης δόσης ασφαλίστρου δίνει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να καταγγείλει τη σύμβαση.

Η καταγγελία γίνεται με γραπτή δήλωση στον λήπτη της ασφάλισης, στην οποία γνωστοποιείται ότι η περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής ασφαλίστρου επιφέρει, μετά πάροδο ενός (1) μηνός από την κοινοποίησης της δήλωσης, τη λύση της σύμβασης.»
Από τις παρατεθείσες διατάξεις συνάγονται τα εξής:
1) Η καταβολή του ασφαλίστρου βαρύνει τον αντισυμβαλλόμενο στη σύμβαση ασφαλίσεως και αποτελεί την κύρια αυτού υποχρέωση από τη σύμβαση. Η καταβολή του ασφαλίστρου γίνεται είτε εφάπαξ είτε με τμηματικές καταβολές.
2) Η καθυστέρηση περί την καταβολή ληξιπρόθεσμης δόσεως ασφαλίστρου και ανεξάρτητα από το χρόνο της καθυστερήσεως, παρέχει στον ασφαλιστή το δικαίωμα να καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση.
Η καταγγελία αυτή αποτελεί άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος του ασφαλιστού, και η περί αυτής δήλωση βουλήσεως, απευθυντέα προς τον αντισυμβαλλόμενο στη σύμβαση ασφαλίσεως, για να είναι έγκυρη πρέπει:
α) να περιέχεται σε γραπτό κείμενο, στο οποίο να διατυπώνεται σαφώς η βούληση του ασφαλιστού για τη λύση της συμβάσεως, χωρίς να είναι αναγκαία και η χρησιμοποίηση πανηγυρικών εκφράσεων,
β) να αναφέρεται ότι περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής ασφαλίστρου θα επιφέρει μετά πάροδο ενός μηνός από την κοινοποίηση της δηλώσεως τη λύση της συμβάσεως.
Η του ανωτέρω περιεχομένου έγγραφη δήλωση του ασφαλιστού επιφέρει τα νομικά αποτελέσματα από τότε που θα περιέλθει στον αντισυμβαλλόμενο (αρ. 167 ΑΚ), ανεξάρτητα πότε αυτός θα λάβει γνώση του περιεχομένου του. Αν δεν καταβληθούν τα ληξιπρόθεσμα ασφάλιστρα εντός του μηνός από την κοινοποίηση της εγγράφου καταγγελίας, τότε με την συμπλήρωση αυτού επέρχεται η λύση της συμβάσεως.
Κατά το αρ. 29 § 4 εδ.γ’ του νόμου 2496/1997 ο ασφαλιστής σε κάθε περίπτωση λύσης της ασφαλιστικής συμβάσεως έχει υποχρέωση έναντι του λήπτου της ασφάλισης να του καταβάλει την αξία της αγοράς που συμφωνήθηκε.

Η υποχρέωση αυτή του ασφαλιστή υπάρχει μεν και στην περίπτωση της λύσεως της ασφαλιστικής συμβάσεως με καταγγελία από αυτόν κατά το αρ. 6 § 2 του ν. 2496/1997 πλην όμως η εκπλήρωσή της δεν συνιστά ουσιαστική προϋπόθεση του κύρους της γενομένης καταγγελίας. Ο λήπτης της ασφαλίσεως διατηρεί την αξίωσή του κατά του ασφαλιστού προς απόδοση της αξίας εξαγοράς. ….»

Άλκηστις Ροκοφύλλου, LL.M., L.S.E. Εταίρος IKRP I. K. Ρόκας & Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρία

Πηγή: insuranceworld
ΑΝΑΡΤΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΚΑΝΕΛΑΚΗ